απομακρυνόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απομακρυνόμενος απομακρυνόμενη απομακρυνόμενο
γενική απομακρυνόμενου απομακρυνόμενης απομακρυνόμενου
αιτιατική απομακρυνόμενο απομακρυνόμενη απομακρυνόμενο
κλητική απομακρυνόμενε απομακρυνόμενη απομακρυνόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απομακρυνόμενοι απομακρυνόμενες απομακρυνόμενα
γενική απομακρυνόμενων απομακρυνόμενων απομακρυνόμενων
αιτιατική απομακρυνόμενους απομακρυνόμενες απομακρυνόμενα
κλητική απομακρυνόμενοι απομακρυνόμενες απομακρυνόμενα

Μετοχή[επεξεργασία]

απομακρυνόμενος -η -ο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]