απομιμούμαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απομιμούμαι < → λείπει η ετυμολογία
Ρήμα
[επεξεργασία]απομιμούμαι (αποθετικό ρήμα)
- αντιγράφω πιστά
- παραποιώ, πλαστογραφώ
απομιμούμαι (αποθετικό ρήμα)