απομονωτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απομονωτής απομονωτές
γενική απομονωτή απομονωτών
αιτιατική απομονωτή απομονωτές
κλητική απομονωτή απομονωτές
Το σύμβολο του απομονωτή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απομονωτής < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απομονωτής αρσενικό

  1. (ηλεκτρολογία) Ηλεκτρικό κύκλωμα που χρησιμοποιείται για να μεταφέρει στην έξοδό του την ίδια τάση με την είσοδο, χωρίς όμως να τραβάει ρεύμα από την είσοδο. Έχει δηλαδή μεγάλη αντίσταση εισόδου.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]