απομονωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απομονωτικός απομονωτική απομονωτικό
γενική απομονωτικού απομονωτικής απομονωτικού
αιτιατική απομονωτικό απομονωτική απομονωτικό
κλητική απομονωτικέ απομονωτική απομονωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απομονωτικοί απομονωτικές απομονωτικά
γενική απομονωτικών απομονωτικών απομονωτικών
αιτιατική απομονωτικούς απομονωτικές απομονωτικά
κλητική απομονωτικοί απομονωτικές απομονωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απομονωτικός < απομονώνω + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική isolating)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απομονωτικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση με την απομόνωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]