απομονωτισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απομονωτισμός
γενική απομονωτισμού
αιτιατική απομονωτισμό
κλητική απομονωτισμέ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απομονωτισμός < απομονωτικός + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απομονωτισμός αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. η τάση για απομόνωση
  2. (πολιτική) η τάση στην πολιτική πρακτική ενός κράτους να απομονώνεται και να μην ανακατεύεται στις υποθέσεις άλλων κρατών ούτε να επιτρέπει άλλους να αναμειγνύονται στα εσωτερικά του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]