απονενοημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απονενοημένος απονενοημένη απονενοημένο
γενική απονενοημένου απονενοημένης απονενοημένου
αιτιατική απονενοημένο απονενοημένη απονενοημένο
κλητική απονενοημένε απονενοημένη απονενοημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απονενοημένοι απονενοημένες απονενοημένα
γενική απονενοημένων απονενοημένων απονενοημένων
αιτιατική απονενοημένους απονενοημένες απονενοημένα
κλητική απονενοημένοι απονενοημένες απονενοημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απονενοημένος < ελληνιστική κοινή ἀπονενοημένος < αρχαία ελληνική μετοχή παθητικού παρακειμένου του ἀπονοέομαι, -οῦμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

απονενοημένος, -η, -ο

  1. πολύ απελπισμένος, απεγνωσμένος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]