απονύχτερος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απονύχτερος < απο- + αρχαία ελληνική νύκτερος
Επίθετο
[επεξεργασία]απονύχτερος, -η, -ο
Συγγενικά
[επεξεργασία]- απονύχτερα
- απονυχτερεύω
- απονύχτερο
- → και δείτε τις λέξεις από και νύχτα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απονύχτερος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- απονύχτερος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- απονύχτερος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)