αποξένωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αποξένωση | οι | αποξενώσεις |
| γενική | της | αποξένωσης* | των | αποξενώσεων |
| αιτιατική | την | αποξένωση | τις | αποξενώσεις |
| κλητική | αποξένωση | αποξενώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αποξενώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποξένωση < αποξενώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aliénation)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αποξένωση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξενώνω
- ※ Η Μήδεια υπήρξε το πρώτο θύμα της διαπολιτιστικής νόσου, αυτού που ονομάζεται κατάθλιψη της μετανάστευσης, όταν με θολωμένο το μυαλό από την αποξένωση και την εχθρότητα, προδομένη από τον αγαπημένο της αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό, ξενίτισσα -από το «ξενίτης», που στην ταινία του Αγγελόπουλου «Η αιωνιότητα και μια μέρα» δηλώνει τον «όπου γης ξένο»-, σκότωσε το ίδια τα παιδιά της. (Πάνος Σόμπολος, Γυναίκες δολοφόνοι. Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2019)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αποξένωση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)