αποξενώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποξενώνω < μεσαιωνική ελληνική αποξενώνω < ελληνιστική κοινή ἀποξενόω / ἀποξενῶ < ἀπό + αρχαία ελληνική ξένος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aliéner)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ksε.ˈnɔ.nɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

αποξενώνω (παθητική φωνή: αποξενώνομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]