αποξηραμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποξηραμένος αποξηραμένη αποξηραμένο
γενική αποξηραμένου αποξηραμένης αποξηραμένου
αιτιατική αποξηραμένο αποξηραμένη αποξηραμένο
κλητική αποξηραμένε αποξηραμένη αποξηραμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποξηραμένοι αποξηραμένες αποξηραμένα
γενική αποξηραμένων αποξηραμένων αποξηραμένων
αιτιατική αποξηραμένους αποξηραμένες αποξηραμένα
κλητική αποξηραμένοι αποξηραμένες αποξηραμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αποξηραμένος, -η, -ο




Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]