αποπαίδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποπαίδι αποπαίδια
γενική αποπαιδιού αποπαιδιών
αιτιατική αποπαίδι αποπαίδια
κλητική αποπαίδι αποπαίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποπαίδι < απο- + παιδί +

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποπαίδι ουδέτερο

  1. παιδί (ή και μεγαλύτερος στην ηλικία) που το έχουν παραμελήσει, διώξει ή παραγκωνίσει
  2. απόκληρος, αποκληρωμένος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]