αποπληρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποπληρώνω < ελληνιστική κοινή ἀποπληρόω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποπληρώνω

  1. καταβάλλω το σύνολο του ποσού που οφείλω, εξοφλώ χρέος στο σύνολό του


Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]