αποπνικτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποπνικτικός αποπνικτική αποπνικτικό
γενική αποπνικτικού αποπνικτικής αποπνικτικού
αιτιατική αποπνικτικό αποπνικτική αποπνικτικό
κλητική αποπνικτικέ αποπνικτική αποπνικτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποπνικτικοί αποπνικτικές αποπνικτικά
γενική αποπνικτικών αποπνικτικών αποπνικτικών
αιτιατική αποπνικτικούς αποπνικτικές αποπνικτικά
κλητική αποπνικτικοί αποπνικτικές αποπνικτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποπνικτικός < αποπνίγω + -τικός < αρχαία ελληνική ἀποπνίγω < ἀπό + πνίγω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική suffocant)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αποπνικτικός, -ή, -ό

  1. (κυριολεκτικά) που αποπνίγει, που δυσχεραίνει την αναπνευστική λειτουργία
  2. (μεταφορικά) ασφυκτικός, καταπιεστικός

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]