Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποπροσανατολίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποπροσανατολίζω < απο- + προσανατολίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική désorienter)

αποπροσανατολίζω (παθητική φωνή: αποπροσανατολίζομαι)

  1. δείχνω σε κάποιον λάθος κατεύθυνση
  2. (μεταφορικά) στρέφω την προσοχή κάποιου σε μη ουσιώδη ζητήματα, παραπλανώ
      «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]