αποπροσανατολισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποπροσανατολισμένος αποπροσανατολισμένη αποπροσανατολισμένο
γενική αποπροσανατολισμένου αποπροσανατολισμένης αποπροσανατολισμένου
αιτιατική αποπροσανατολισμένο αποπροσανατολισμένη αποπροσανατολισμένο
κλητική αποπροσανατολισμένε αποπροσανατολισμένη αποπροσανατολισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποπροσανατολισμένοι αποπροσανατολισμένες αποπροσανατολισμένα
γενική αποπροσανατολισμένων αποπροσανατολισμένων αποπροσανατολισμένων
αιτιατική αποπροσανατολισμένους αποπροσανατολισμένες αποπροσανατολισμένα
κλητική αποπροσανατολισμένοι αποπροσανατολισμένες αποπροσανατολισμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποπροσανατολισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποπροσανατολίζω

Μετοχή[επεξεργασία]

αποπροσανατολισμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη αποπροσανατολίζω


Μεταφράσεις[επεξεργασία]