απορία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | απορία | οι | απορίες |
| γενική | της | απορίας | των | αποριών |
| αιτιατική | την | απορία | τις | απορίες |
| κλητική | απορία | απορίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απορία < αρχαία ελληνική ἀπορία < ἄπορος < ἀ- στερητικό + πόρος (πέρασμα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]απορία θηλυκό
- η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο ερώτημα που τον απασχολεί
- ※ Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
- (φιλοσοφία) η κατάσταση κατά την οποία ο φιλόσοφος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο φιλοσοφικό ερώτημα, επειδή έχει φτάσει σε αντίφαση ή επειδή δύο αντίθετες προτάσεις φαίνονται εξίσου πειστικές
- ένα ερώτημα
- ※ Η απόφαση στην υπόθεση πολυιδιοκτησίας δεν είναι εύκολα κατανοητή, με την έννοια πως για να ληφθεί σημειώθηκαν μερικά δυσεξήγητα λογικά άλματα, που προκαλούν τεράστιες απορίες.
- Βαγγέλης Άγραφτος, Το χρονικό της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ, to10.gr, 10 Φεβρουαρίου 2021
- ※ Η απόφαση στην υπόθεση πολυιδιοκτησίας δεν είναι εύκολα κατανοητή, με την έννοια πως για να ληφθεί σημειώθηκαν μερικά δυσεξήγητα λογικά άλματα, που προκαλούν τεράστιες απορίες.
- η έλλειψη οικονομικών πόρων, φτώχια
πιστοποιητικό απορίας
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ερώτημα, αδυναμία απάντησης
έλλειψη οικονομικών πόρων