απορία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απορία απορίες
γενική απορίας αποριών
αιτιατική απορία απορίες
κλητική απορία απορίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απορία < αρχαία ελληνική ἀπορία < ἄπορος < ἀ- στερητικό + πόρος (πέρασμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απορία θηλυκό

    • η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο ερώτημα που τον απασχολεί
      • (φιλοσοφία) η κατάσταση κατά την οποία ο φιλόσοφος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο φιλοσοφικό ερώτημα, επειδή έχει φτάσει σε αντίφαση ή επειδή δύο αντίθετες προτάσεις φαίνονται εξίσου πειστικές
    • ένα ερώτημα
  1. η έλλειψη οικονομικών πόρων, φτώχια
    πιστοποιητικό απορίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]