απορριμματοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική απορριμματοφόρος απορριμματοφόρα απορριμματοφόρο
γενική απορριμματοφόρου απορριμματοφόρας απορριμματοφόρου
αιτιατική απορριμματοφόρο απορριμματοφόρα απορριμματοφόρο
κλητική απορριμματοφόρε απορριμματοφόρα απορριμματοφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απορριμματοφόροι απορριμματοφόρες απορριμματοφόρα
γενική απορριμματοφόρων απορριμματοφόρων απορριμματοφόρων
αιτιατική απορριμματοφόρους απορριμματοφόρες απορριμματοφόρα
κλητική απορριμματοφόροι απορριμματοφόρες απορριμματοφόρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απορριμματοφόρος < απορρίμματα + -φόρος

Επίθετο[επεξεργασία]

απορριμματοφόρος. -ος ή -α, -ο, το ουδέτερο αναφερόμενο σε όχημα φέρεται ουσιαστικοποιημένο

  1. αυτός που φέρει, μεταφέρει απορρίμματα
    απορριμματοφόρος κάδος, απορριμματοφόρα μαούνα,

Μεταφράσεις[επεξεργασία]