απορρυπαντικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απορρυπαντικός απορρυπαντική απορρυπαντικό
γενική απορρυπαντικού απορρυπαντικής απορρυπαντικού
αιτιατική απορρυπαντικό απορρυπαντική απορρυπαντικό
κλητική απορρυπαντικέ απορρυπαντική απορρυπαντικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απορρυπαντικοί απορρυπαντικές απορρυπαντικά
γενική απορρυπαντικών απορρυπαντικών απορρυπαντικών
αιτιατική απορρυπαντικούς απορρυπαντικές απορρυπαντικά
κλητική απορρυπαντικοί απορρυπαντικές απορρυπαντικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απορρυπαντικός < απορρυπαίνω + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική détersif)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απορρυπαντικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την απορρύπανση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
  2. (παρωχημένο) καθαρτικός, εξαγνιστικός
  3. (ουσιαστικοποιημένο) απορρυπαντικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]