απορώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απορώ < αρχαία ελληνική ἀπορῶ.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.poˈɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πο‐ρώ
Ρήμα
[επεξεργασία]απορώ
- (μεταβατικό και αμετάβατο) βρίσκομαι σε αδυναμία να δώσω απάντηση σε κάποιο ερώτημα, δεν καταλαβαίνω
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | απορώ | απορούσα | θα απορώ | να απορώ | απορώντας | |
| β' ενικ. | απορείς | απορούσες | θα απορείς | να απορείς | ||
| γ' ενικ. | απορεί | απορούσε | θα απορεί | να απορεί | ||
| α' πληθ. | απορούμε | απορούσαμε | θα απορούμε | να απορούμε | ||
| β' πληθ. | απορείτε | απορούσατε | θα απορείτε | να απορείτε | απορείτε | |
| γ' πληθ. | απορούν(ε) | απορούσαν(ε) | θα απορούν(ε) | να απορούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | απόρησα | θα απορήσω | να απορήσω | απορήσει | ||
| β' ενικ. | απόρησες | θα απορήσεις | να απορήσεις | απόρησε | ||
| γ' ενικ. | απόρησε | θα απορήσει | να απορήσει | |||
| α' πληθ. | απορήσαμε | θα απορήσουμε | να απορήσουμε | |||
| β' πληθ. | απορήσατε | θα απορήσετε | να απορήσετε | απορήστε | ||
| γ' πληθ. | απόρησαν απορήσαν(ε) |
θα απορήσουν(ε) | να απορήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω απορήσει | είχα απορήσει | θα έχω απορήσει | να έχω απορήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις απορήσει | είχες απορήσει | θα έχεις απορήσει | να έχεις απορήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει απορήσει | είχε απορήσει | θα έχει απορήσει | να έχει απορήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε απορήσει | είχαμε απορήσει | θα έχουμε απορήσει | να έχουμε απορήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε απορήσει | είχατε απορήσει | θα έχετε απορήσει | να έχετε απορήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν απορήσει | είχαν απορήσει | θα έχουν απορήσει | να έχουν απορήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- απορώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- απορώ - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)