αποσκιρτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αποσκιρτώ < ελληνιστική κοινή ἀποσκιρτῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

αποσκιρτώ

  1. μεταπηδώ σε άλλο πολιτικό, ιδεολογικό κλπ χώρο
  2. αυτομολώ
    Ένας Σοβιετικός κατάσκοπος αποσκίρτησε στη Δϋση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]