αποσκοπώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποσκοπώ < αρχαία ελληνική ἀποσκοπέω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποσκοπώ

  1. (μεταβατικό) έχω ως σκοπό, αποβλέπω στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος, αποζητώ, λειτουργώ με συγκεκριμένο τρόπο για να πετύχω κάτι
    το μέγεθος και η οργάνωση του στρατού του Ξέρξη, ο οποίος προερχόταν από όλην την Περσική Αυτοκρατορία, αποσκοπούσε στην κατάκτηση της Ελλάδας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]