αποσπέρνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]αποσπέρνω
- (ιδιωματικό) ολοκληρώνω τη σπορά
Κλίση
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αποσπέρνω
|
|
αποσπέρνω
|
|