αποσπώμαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποσπώμαι < ἀποσπῶμαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποσπώμαι (μεσοπαθητικό του αποσπώ)

  1. χάνω την εστίαση της προσοχής μου, κάτι τραβάει την προσοχή μου από το κύριο αντικείμενό μου τη συγκεκριμένη στιγμή
  2. με μεταθέτουν σε άλλη υπηρεσία του δημοσίου ή σε άλλη μονάδα του στρατού
  3. (για αντικείμενα ή εξαρτήματα) στο τρίτο πρόσωπο, βγαίνει από μια θέση, αφαιρείται και μπορεί να ξανατοποθετηθεί στην ίδια θέση, να αποσυναρμολογηθεί και να επανασυναρμολογηθεί
    Η βάση αποσπάται εύκολα και επανατοποθετείται όποτε θέλει ο χρήστης της συσκευής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

ενεστώτας αποσπώμαι (παρατατικός με αποσπούσαν ή ήμουν αποσπασμένος) μέλλοντας θα αποσπασθώ και θα αποσπώμαι αόριστος αποσπάσθηκα παρακείμενος έχω αποσπασθεί, μετοχή ενεστώτα αποσπούμενος και μετοχή παρακειμένου αποσπασμένος

δείτε τη λέξη: αποσπώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]