Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποστασιοποιημένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποστασιοποιημένος η αποστασιοποιημένη το αποστασιοποιημένο
      γενική του αποστασιοποιημένου της αποστασιοποιημένης του αποστασιοποιημένου
    αιτιατική τον αποστασιοποιημένο την αποστασιοποιημένη το αποστασιοποιημένο
     κλητική αποστασιοποιημένε αποστασιοποιημένη αποστασιοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποστασιοποιημένοι οι αποστασιοποιημένες τα αποστασιοποιημένα
      γενική των αποστασιοποιημένων των αποστασιοποιημένων των αποστασιοποιημένων
    αιτιατική τους αποστασιοποιημένους τις αποστασιοποιημένες τα αποστασιοποιημένα
     κλητική αποστασιοποιημένοι αποστασιοποιημένες αποστασιοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Μετοχή

[επεξεργασία]

αποστασιοποιημένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
      Η ψευδαίσθηση ότι υπάρχει ένας δικαστής πλήρως αποστασιοποιημένος είναι μια ψευδαίσθηση που κάνει τον δικαστή να μοιάζει με θεό. Δεν υπάρχει τέτοιος δικαστής.
    Παύλος Κόντος, Τα δύο ευ της ευτυχίας, Εισαγωγή στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη, εκδόσεις: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2023, ISBN 978-960-524-512-2

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]