Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποσυμφορίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποσυμφορίζω < αποσυμφορώ + -ίζω

αποσυμφορίζω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]