αποσυμφορητικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποσυμφορητικός < αποσυμφορώ + -τικός
Επίθετο
[επεξεργασία]αποσυμφορητικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με την αποσυμφόρηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αποσυμφορητικά
- αποσυμφορητικώς
- → δείτε τις λέξεις αποσυμφορώ, από, συν και φέρω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αποσυμφορητικός