αποσυνάγωγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀποσυνάγωγος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποσυνάγωγος αποσυνάγωγη αποσυνάγωγο
γενική αποσυνάγωγου αποσυνάγωγης αποσυνάγωγου
αιτιατική αποσυνάγωγο αποσυνάγωγη αποσυνάγωγο
κλητική αποσυνάγωγε αποσυνάγωγη αποσυνάγωγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποσυνάγωγοι αποσυνάγωγες αποσυνάγωγα
γενική αποσυνάγωγων αποσυνάγωγων αποσυνάγωγων
αιτιατική αποσυνάγωγους αποσυνάγωγες αποσυνάγωγα
κλητική αποσυνάγωγοι αποσυνάγωγες αποσυνάγωγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποσυνάγωγος < ελληνιστική κοινή ἀποσυνάγωγος < συναγωγή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αποσυνάγωγος, -η, -ο

  1. (θρησκεία) που έχει διωχθεί από την εβραϊκή συναγωγή λόγω κάποιου παραπτώματος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χαραμάδος
  2. (κατ’ επέκταση) απόβλητος, αποδιωγμένος, απόκληρος, εξοστρακισμένος
  3. (κατ’ επέκταση) μονήρης, μονόχνωτος, αντικοινωνικός, μισάνθρωπος
    Έζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ένας έλληνας μποέμ. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]