αποσύνθεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αποσύνθεση < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική décomposition

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αποσύνθεση θηλυκό

  1. (χημεία) η διάσπαση ενός σώματος στα χημικά συστατικά του
    αντιδράσεις αποσύνθεσης ή διάσπασης
  2. (ειδικότερα), (κοινά) η κατάσταση κατά την οποία οι βιολογικοί οργανισμοί αρχίζουν να χαλάνε και να αλλοιώνονται τα στοιχεία τους
  3. (κατ’ επέκταση) αντίστοιχη κατάσταση για κάθε μη βιολογικό οργανισμό ή κοινωνικό σύνολο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]