αποτελειωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποτελειωμένος αποτελειωμένη αποτελειωμένο
γενική αποτελειωμένου αποτελειωμένης αποτελειωμένου
αιτιατική αποτελειωμένο αποτελειωμένη αποτελειωμένο
κλητική αποτελειωμένε αποτελειωμένη αποτελειωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποτελειωμένοι αποτελειωμένες αποτελειωμένα
γενική αποτελειωμένων αποτελειωμένων αποτελειωμένων
αιτιατική αποτελειωμένους αποτελειωμένες αποτελειωμένα
κλητική αποτελειωμένοι αποτελειωμένες αποτελειωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποτελειωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποτελειώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αποτελειωμένος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]