αποτεφρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποτεφρώνω < ἀποτεφρόω < ἀπό + τεφρόω < τέφρα + -όω (>-ώνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποτεφρώνω, πρτ.: αποτέφρωνα, στ.μέλλ.: θα αποτεφρώσω, αόρ.: αποτέφρωσα, παθ.φωνή: αποτεφρώνομαι, μτχ.π.π.: αποτεφρωμένος

  1. καίω ένα σώμα, ώστε να μετατραπεί ολοκληρωτικά σε στάχτη

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]