αποτρέπω

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀποτρέπω

Ελληνικά (el) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

αποτρέπω < αρχαία ελληνική ἀποτρέπω < ἀπό + τρέπω

Open book 01.svg Ρήμα[edit]

αποτρέπω (παθητική φωνή: αποτρέπομαι)

  1. εμποδίζω μια δυσάρεστη εξέλιξη
    συνώνυμα: αποσοβώ
    η έγκαιρη επέμβαση της Πυροσβεστικής απέτρεψε την εξάπλωση της πυρκαγιάς
  2. προσπαθώ να πείσω κάποιον να μην κάνει μια συγκεκριμένη ενέργεια
    ήθελε να πάει για ψάρεμα με τέτοιο καιρό, αλλά τον απέτρεψα
    αντώνυμα: προτρέπω

Συγγενικές λέξεις[edit]

Κλίση[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]