αποτραβηγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποτραβηγμένος αποτραβηγμένη αποτραβηγμένο
γενική αποτραβηγμένου αποτραβηγμένης αποτραβηγμένου
αιτιατική αποτραβηγμένο αποτραβηγμένη αποτραβηγμένο
κλητική αποτραβηγμένε αποτραβηγμένη αποτραβηγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποτραβηγμένοι αποτραβηγμένες αποτραβηγμένα
γενική αποτραβηγμένων αποτραβηγμένων αποτραβηγμένων
αιτιατική αποτραβηγμένους αποτραβηγμένες αποτραβηγμένα
κλητική αποτραβηγμένοι αποτραβηγμένες αποτραβηγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποτραβηγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποτραβώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.tɾa.viɣ.ˈmε.nɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αποτραβηγμένος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]