αποτρελαίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποτρελαίνω < απο- + τρελαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποτρελαίνω (παθητική φωνή: αποτρελαίνομαι)

  1. τρελαίνω τελείως
  2. (μεταφορικά) ενοχλώ κάποιον πολύ και τον εκνευρίζω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]