αποτυπώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποτυπώνω < (ελληνιστική κοινή) / ἀποτυπῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]αποτυπώνω (παθητική φωνή: αποτυπώνομαι)
- τυπώνω, εκτυπώνω
- σχηματίζω το περίγραμμα ενός αντικειμένου πάνω σε μία επιφάνεια
- (κατ’ επέκταση) καταγράφω
- (μεταφορικά) εκφράζω κάποια πράγματα με ακρίβεια και παραστατικότητα
- ※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)
- εντυπώνω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αποτύπωμα
- αποτυπωμένος
- αποτύπωση
- αποτυπωτικός
- → δείτε τις λέξεις από, τυπώνω και τύπος
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αποτυπώνω | αποτύπωνα | θα αποτυπώνω | να αποτυπώνω | αποτυπώνοντας | |
| β' ενικ. | αποτυπώνεις | αποτύπωνες | θα αποτυπώνεις | να αποτυπώνεις | αποτύπωνε | |
| γ' ενικ. | αποτυπώνει | αποτύπωνε | θα αποτυπώνει | να αποτυπώνει | ||
| α' πληθ. | αποτυπώνουμε | αποτυπώναμε | θα αποτυπώνουμε | να αποτυπώνουμε | ||
| β' πληθ. | αποτυπώνετε | αποτυπώνατε | θα αποτυπώνετε | να αποτυπώνετε | αποτυπώνετε | |
| γ' πληθ. | αποτυπώνουν(ε) | αποτύπωναν αποτυπώναν(ε) |
θα αποτυπώνουν(ε) | να αποτυπώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αποτύπωσα | θα αποτυπώσω | να αποτυπώσω | αποτυπώσει | ||
| β' ενικ. | αποτύπωσες | θα αποτυπώσεις | να αποτυπώσεις | αποτύπωσε | ||
| γ' ενικ. | αποτύπωσε | θα αποτυπώσει | να αποτυπώσει | |||
| α' πληθ. | αποτυπώσαμε | θα αποτυπώσουμε | να αποτυπώσουμε | |||
| β' πληθ. | αποτυπώσατε | θα αποτυπώσετε | να αποτυπώσετε | αποτυπώστε | ||
| γ' πληθ. | αποτύπωσαν αποτυπώσαν(ε) |
θα αποτυπώσουν(ε) | να αποτυπώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω αποτυπώσει | είχα αποτυπώσει | θα έχω αποτυπώσει | να έχω αποτυπώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις αποτυπώσει | είχες αποτυπώσει | θα έχεις αποτυπώσει | να έχεις αποτυπώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει αποτυπώσει | είχε αποτυπώσει | θα έχει αποτυπώσει | να έχει αποτυπώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε αποτυπώσει | είχαμε αποτυπώσει | θα έχουμε αποτυπώσει | να έχουμε αποτυπώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε αποτυπώσει | είχατε αποτυπώσει | θα έχετε αποτυπώσει | να έχετε αποτυπώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν αποτυπώσει | είχαν αποτυπώσει | θα έχουν αποτυπώσει | να έχουν αποτυπώσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σχηματίζω το περίγραμμα ενός αντικειμένου πάνω σε μία επιφάνεια
καταγράφω
|
→ δείτε τη λέξη καταγράφω |
εντυπώνω
|
→ δείτε τη λέξη εντυπώνω |