αποτυχημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποτυχημένος αποτυχημένη αποτυχημένο
γενική αποτυχημένου αποτυχημένης αποτυχημένου
αιτιατική αποτυχημένο αποτυχημένη αποτυχημένο
κλητική αποτυχημένε αποτυχημένη αποτυχημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποτυχημένοι αποτυχημένες αποτυχημένα
γενική αποτυχημένων αποτυχημένων αποτυχημένων
αιτιατική αποτυχημένους αποτυχημένες αποτυχημένα
κλητική αποτυχημένοι αποτυχημένες αποτυχημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποτυχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποτυχαίνω ή αποτυγχάνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αποτυχημένος -η -ο

  1. που απέτυχε, που δεν πέτυχε στο στόχο του, στο θεμιτό αποτέλεσμα
  2. για προσπάθεια που δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα
  3. για άνθρωπο που τον χαρακτηρίζει η αποτυχία, που αποτυγχάνει συνεχώς


Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]