αποφασισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : αποφασιστικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποφασισμένος αποφασισμένη αποφασισμένο
γενική αποφασισμένου αποφασισμένης αποφασισμένου
αιτιατική αποφασισμένο αποφασισμένη αποφασισμένο
κλητική αποφασισμένε αποφασισμένη αποφασισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποφασισμένοι αποφασισμένες αποφασισμένα
γενική αποφασισμένων αποφασισμένων αποφασισμένων
αιτιατική αποφασισμένους αποφασισμένες αποφασισμένα
κλητική αποφασισμένοι αποφασισμένες αποφασισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποφασισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποφασίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αποφασισμένος, αποφασισμένη, αποφασισμένο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]