αποφασισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αποφασιστικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποφασισμένος αποφασισμένη αποφασισμένο
γενική αποφασισμένου αποφασισμένης αποφασισμένου
αιτιατική αποφασισμένο αποφασισμένη αποφασισμένο
κλητική αποφασισμένε αποφασισμένη αποφασισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποφασισμένοι αποφασισμένες αποφασισμένα
γενική αποφασισμένων αποφασισμένων αποφασισμένων
αιτιατική αποφασισμένους αποφασισμένες αποφασισμένα
κλητική αποφασισμένοι αποφασισμένες αποφασισμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποφασισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποφασίζω

Μετοχή[επεξεργασία]

αποφασισμένος, αποφασισμένη, αποφασισμένο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]