αποφασισμένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]αποφασισμένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποφασισμένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του αποφασισμένος
αποφασισμένου