αποφεύγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποφεύγω < αρχαία ελληνική ἀποφεύγω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ˈfɛv.ɣɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

αποφεύγω

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]