αποφορτίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀποφορτίζω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποφορτίζω < ελληνιστική κοινή ἀποφορτίζω (1.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική décharger)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποφορτίζω (παθητική φωνή: αποφορτίζομαι)

  1. εξαντλώ τη φόρτιση, το ηλεκτρικό φορτίο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκφορτίζω
  2. (μεταφορικά) διώχνω ή ελαττώνω κάποια ένταση στις σχέσεις κάποιων

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]