αποφυλακιστήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποφυλακιστήριο αποφυλακιστήρια
γενική αποφυλακιστηρίου αποφυλακιστηρίων
αιτιατική αποφυλακιστήριο αποφυλακιστήρια
κλητική αποφυλακιστήριο αποφυλακιστήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποφυλακιστήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: αποφυλακιστήριος < αποφυλακίζω + -τήριος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποφυλακιστήριο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]