αποφόρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποφόρι αποφόρια
γενική αποφοριού αποφοριών
αιτιατική αποφόρι αποφόρια
κλητική αποφόρι αποφόρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποφόρι < αποφορώ + < από + φορώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποφόρι ουδέτερο

  • ρούχο, συνήθως παλιό και φθαρμένο, που δεν το φοράμε πια
    Δηλαδή να δίνουμε ένα πιάτο φαγητό στον άνεργο γείτονα, να μοιράζουμε αποφόρια, να βρισκόμαστε γενικώς σε εγρήγορση καλοσύνης και στο τέλος να ξεχάσουμε ότι η κατάντια είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]