αποχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: απόχη, ἀποχή

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποχή οι αποχές
      γενική της αποχής των αποχών
    αιτιατική την αποχή τις αποχές
     κλητική αποχή αποχές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποχή < ελληνιστική κοινή ἀποχή < αρχαία ελληνική ἀπέχω < ἀπό + ἔχω (1.(σημασιολογικό δάνειο) γαλλική abstention)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.po.ˈxi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποχή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]