αποχρεμπτικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αποχρεμπτικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποχρεμπτικά ουδέτερο στον πληθυντικό

  • (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων ή ουσιών που υποβοηθούν - διευκολύνουν την αποβολή βρογχικών εκκρίσεων.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • για τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα δεν υπάρχει τεκμηρίωση, η καθημερινή χρήση τους γίνεται κατά "παράδοση".

Μεταφράσεις[επεξεργασία]