αποχώρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποχώρηση αποχωρήσεις
γενική αποχώρησης
& αποχωρήσεως
αποχωρήσεων
αιτιατική αποχώρηση αποχωρήσεις
κλητική αποχώρηση αποχωρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποχώρηση < αρχαία ελληνική ἀποχώρησις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ˈxɔ.ɾi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποχώρηση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος αποχωρεί, φεύγει από κάποιο τόπο
  2. ο τερματισμός μιας δραστηριότητας
    η αποχώρηση από την ενεργό υπηρεσία
  3. η απόσυρση από συνεδρίαση ή συλλογικό σώμα
    η αποχώρηση της αντιπολίτευσης από τη Βουλή
    η αποχώρηση της ναζιστικής Γερμανίας από την Κοινωνία των ΕΘνών

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]