αποψιλώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποψιλώνω < αρχαία ελληνική ἀποψιλόω/ἀποψιλῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποψιλώνω

  1. κόβω, καίω, αφαιρώ ή αραιώνω τα δέντρα ή τη βλάστηση μιας περιοχής
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: απογυμνώνω, αποδασώνω, αποφαλακρώνω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα: αναδασώνω
  2. αποτριχώνω
  3. (μεταφορικά) αφαιρώ δικαιώματα ή αρμοδιότητες

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]