απραγματοποίητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απραγματοποίητος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

απραγματοποίητος

  1. που δεν έχει πραγματοποιηθεί
     συνώνυμα: ανεκπλήρωτος
     αντώνυμα: πραγματοποιημένος
  2. που δεν γίνεται να πραγματοποιηθεί
    ※  Και δε βασανίζομαι κάνοντας ανόητα όνειρα και καλλιεργώντας απραγματοποίητες ελπίδες. (Μάριος Ποντίκας, Η δραπέτευση τροφίμου γηροκομείου)
     συνώνυμα: ανέφικτος
     αντώνυμα: εφικτός, πραγματοποιήσιμος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]