απροσάρμοστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απροσάρμοστος απροσάρμοστη απροσάρμοστο
γενική απροσάρμοστου απροσάρμοστης απροσάρμοστου
αιτιατική απροσάρμοστο απροσάρμοστη απροσάρμοστο
κλητική απροσάρμοστε απροσάρμοστη απροσάρμοστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απροσάρμοστοι απροσάρμοστες απροσάρμοστα
γενική απροσάρμοστων απροσάρμοστων απροσάρμοστων
αιτιατική απροσάρμοστους απροσάρμοστες απροσάρμοστα
κλητική απροσάρμοστοι απροσάρμοστες απροσάρμοστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απροσάρμοστος < α- + προσαρμόζω + -τος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɾoˈsaɾ.mo.stos/

Επίθετο[επεξεργασία]

απροσάρμοστος, -η, -ο

  1. που δεν έχει προσαρμοστεί ή δεν μπορεί να προσαρμοστεί
  2. (ουσιαστικοποιημένο) απροσάρμοστο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]