Μετάβαση στο περιεχόμενο

απροσδιοριστία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απροσδιοριστία οι απροσδιοριστίες
      γενική της απροσδιοριστίας των απροσδιοριστιών
    αιτιατική την απροσδιοριστία τις απροσδιοριστίες
     κλητική απροσδιοριστία απροσδιοριστίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απροσδιοριστία < απροσδιόριστος + -ία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική indétermination)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απροσδιοριστία θηλυκό

  1. ο μη προσδιορισμός μιας έννοιας ή ενός μεγέθους
      Η ιστορική απροσδιοριστία του αγοραίου μέλλοντος διαθλώντας στους όρους πρόσληψης του αγοραίου παρόντος. Ακόμα λοιπόν και στο πλαίσιο του laisser passer, ορισμένες εξωαγοραίες παρεμβάσεις στη διαδικασία εκτύλιξης του κοινωνικού «γίγνεσθαι» δεν θα έπρεπε να αποκλείονται. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
  2. (φυσική, στην κβαντομηχανική) η αρχή της απροδιοριστίας δηλώνει πως ένα ζεύγος τιμών-φυσικών ποσοτήτων ενός σωματιδίου, όπως η θέση και η ταχύτητα ή ορμή του, δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, ακόμα κι αν έχουν καθοριστεί οι αρχικές συνθήκες της κίνησής του· σύμφωνα με την αρχή, το γινόμενο της αβεβαιότητας της θέσης του σωματιδίου με την αβεβαιότητα της ορμής του δεν μπορεί να είναι μικρότερο από μια γενική σταθερά, πράγμα που σημαίνει ότι με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια προσδιορίζεται η θέση, τόσο πιο μεγάλο είναι το πιθανό σφάλμα στην πρόβλεψη της ορμής και αντίστροφα
  3. (φιλοσοφία, κοινωνιολογία) έννοια που εισήχθη στο κοινωνιολογικό λεξιλόγιο από τον Γερμανό φορμαλιστή Μαξ Βέμπερ (Max Weber) και σημαίνει την αποτελεσματική τυχαιότητα ύστερα από ένωση πολλών κανονικοτήτων ή πιο απλουστευμένα παρέκκλιση από τον επιστημονικό κανόνα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]