απροσδόκητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απροσδόκητα < → λείπει η ετυμολογία

Επίρρημα[επεξεργασία]

απροσδόκητα

  1. ανέλπιστα
  2. ξαφνικά
    Στην Κατοχή αρρώστησε η μάνα μας και τη χάσαμε απροσδόκητα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

απροσδόκητα