απροόριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: απροσδιόριστος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απροόριστος απροόριστη απροόριστο
γενική απροόριστου απροόριστης απροόριστου
αιτιατική απροόριστο απροόριστη απροόριστο
κλητική απροόριστε απροόριστη απροόριστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απροόριστοι απροόριστες απροόριστα
γενική απροόριστων απροόριστων απροόριστων
αιτιατική απροόριστους απροόριστες απροόριστα
κλητική απροόριστοι απροόριστες απροόριστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απροόριστος < α- + προορίζω + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

απροόριστος

  • (λόγιο) (σπάνιο) που δεν έχει (θεμιτό, σωστό ή ξεκάθαρο) προορισμό
    Τέτοιες φήμες βασίζονται πάντα σε ένα κλίμα γενικευμένης αποδοχής της θεωρίας της συνωμοσίας. Και η θεωρία αυτή γίνεται πιστευτή ακριβώς όταν δεν συλλαμβάνεται ο απρόσωπος και απροόριστος χαρακτήρας της κοινωνίας η οποία είναι ανοιχτή και της αγοράς όταν αυτή λειτουργεί πράγματι ως αγορά. (Εφ. Το Βήμα, 24/11/2008)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]